Γίνεται Πάσχα χωρίς κόκκινα αυγά;

Του Βαγγέλη Ηλιόπουλου

istoria

Κωνσταντίνος:
Όταν έμαθα ότι για πρώτη φορά ο παππούς και η γιαγιά δεν θα έρχονταν να κάνουν Πάσχα μαζί μας, αλλά θα έμεναν στο νησί, είπα στη μαμά ότι πρέπει οπωσδήποτε να πάμε εμείς φέτος. Ήξερα ότι ο μπαμπάς δούλευε μέχρι αργά το Μεγάλο Σάββατο. Γι’ αυτό, άλλωστε, πάντα έρχονταν οι γονείς του. Αλλά τώρα ο παππούς δεν μπορούσε να ταξιδέψει. Ας ερχόταν ο μπαμπάς αργότερα. Η μαμά κι εγώ δεν μπορούσαμε να τους αφήσουμε μόνους.

-Καλά, να πάτε εσείς Μεγάλη Τετάρτη κι εγώ θα έρθω ανήμερα το Πάσχα, είπε ο μπαμπάς και μας έκλεισε εισιτήρια με αεροπλάνο για το μεγάλο νησί και από εκεί με καραβάκι για το νησί μας.

Γιαγιά Καίτη:
Μόλις μου είπαν ότι θα έρθουν, συγκινήθηκα. Το είχα πάρει απόφαση ότι θα κάναμε μόνοι μας Πάσχα, αφού ο Κώστας δεν μπορούσε να ταξιδέψει. Αλλά τώρα πρώτη φορά θα κάνουμε Πάσχα εδώ. Πώς να τους φανεί άραγε;

-Ρούχα χοντρά να πάρετε. Το Πάσχα είναι νωρίς φέτος. Απρίλιο. Λένε ότι θα έχει κρύο και βροχή.

-Δεν με πειράζει γιαγιά, απλά ελπίζω να μην αρρωστήσουμε.

-Το μόνο που δεν αντέχει η μαμά σου είναι να έχει δυνατούς ανέμους. Α! Άμα πιάσει ο αέρας, την τρελαίνει.

-Εγώ, γιαγιά, νομίζω ότι θα είναι όπως το καλοκαίρι, που γυρνάμε όλη μέρα με το μαγιό.

Κωνσταντίνος:
Φτάσαμε στο μεγάλο νησί με μια πτήση με πολλές αναταράξεις. Ο αέρας που δεν συμπαθεί η μαμά φυσούσε ασταμάτητα. Πήραμε αμέσως ταξί και κατεβήκαμε στο λιμάνι. Ο καπετάνιος του μικρού καραβιού είχε βγει έξω και μας περίμενε. Μόλις μας είδε, άρχισε να φωνάζει να κάνουμε γρήγορα. Ούτε που καταλάβαμε πώς βρεθήκαμε μέσα μαζί με έναν παπά. Αμέσως σάλπαρε.

-Γιατί βιάζεσαι, καπετάν Νικολή; ρώτησε η μαμά.

-Γιατί στις πέντε θα βγάλουν απαγορευτικό. Εμείς σαλπάραμε πέντε παρά πέντε.

-Τι; Έχει…

-Έχει ανέμους 8, μπορεί και 9, μποφόρ. Αλλά εμάς δεν μας τρομάζουν.

Ο παπάς σταυροκοπήθηκε κι άρχισε να προσεύχεται…

-Εγώ πάω στη γιαγιά και στον παππού μου, του είπα. Εσείς;

-Με στέλνει ο δεσπότης να λειτουργήσω την εκκλησία σας. Θα με βοηθήσεις;

-Τι να κάνω;

-Ό,τι σου λέω! Θα είσαι παπαδάκι. Μπορεί και ψάλτης.

Η μαμά γέλασε. Εγώ καθόλου. Όχι γιατί δεν ήθελα να γίνω παπαδάκι, αλλά γιατί είδα ότι ερχόταν ένα τεράστιο κύμα που σκέπασε το καραβάκι και μας έκανε μούσκεμα. Ακολούθησαν κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα.

Τηλεφώνησα στον μπαμπά και του είπα ότι ίσως χρειαστεί τη βοήθεια δυτών για να μας βρει. Το πήρε για αστείο. Δεν ήταν.

istoria

Γιαγιά Καίτη:
Έφτασαν ζαλισμένοι. Κουνούσε πολύ με τόσον αέρα. Τους έφτιαξα μακαρονάδα νηστίσιμη να συνέλθουν. Κάλεσα και τον παπά. Πρώτη φορά ερχόταν στο νησί μας. Νεαρός και άμαθος. Συζητήσαμε πώς θα τον βοηθήσουμε Μεγάλη Τετάρτη στο Ευχέλαιο, Μεγάλη Πέμπτη στα Δώδεκα Ευαγγέλια…

- Μα αφού είναι τέσσερα γιαγιά; Γιατί λες δώδεκα;

- Δώδεκα αποσπάσματα, Κωνσταντίνε μου, τα οποία μιλούν για τη Σταύρωση και την ταφή.

- Σε ποιο βγαίνει ο σταυρός με τον Χριστό;

- Μετά το πέμπτο και πριν το έκτο…

- Θα τον κρατάω εγώ;

- Όχι. Ο παππούλης. Εσύ το θυμιατό. Άλλα παιδιά δεν έχει.

- Τι παππούλης. Δεν τον βλέπεις πόσο νέος είναι;

- Νέος είμαι, είπε τότε ο παπάς, αλλά από το τρακ θα ξεχάσω τα λόγια μου.

- Θα κολλήσεις ένα χαρτάκι πίσω από τον Σταυρό. Όλοι το κάνουν αυτό.

- Μετά θα μείνουμε όλο το βράδυ να στολίσουμε τον Επιτάφιο.

- Τέλεια. Με τι γιαγιά;

- Με λουλούδια που θα έχουν φέρει οι πιστοί.

- Ποιοι; Όλοι οι κάτοικοι είναι καμιά τριανταριά και οι περισσότεροι μεγάλοι σε ηλικία.

- Ε, θα πας στους κήπους να κόψεις. Και τη Μεγάλη Παρασκευή, αφού ψάλλουμε τα εγκώμια…

- Έχουμε ψάλτες; ρώτησε ο παπάς

- Όχι καλέ. Εμείς θα ψάλουμε. Και μετά θα κάνουμε την περιφορά του Επιταφίου.

- Γύρω από την εκκλησία γιαγιά;

- Σε όλο το νησί. Έτσι κάναμε όταν ήμουν μικρή. Και σε κάθε σπίτι θα ανάβεις κερί και θα θυμιατίζεις. Κι ας λείπουν οι καπεταναίοι. Δυο ώρες αρκούν. Και το Μεγάλο Σάββατο η Ανάσταση.

Κωνσταντίνος:
Η μαμά δεν είχε συνέλθει. Σχεδόν δεν έφαγε και ούτε στη συζήτηση συμμετείχε. Μόλις άκουσε ότι ο αέρας θα συνεχιστεί μέχρι το Πάσχα και ότι θα ισχύει για μέρες το απαγορευτικό για να έρθει και να φύγει το καράβι, πήγε να ξαπλώσει απελπισμένη.

Όταν έφυγε ο παπάς, ξάπλωσα κι εγώ. Ύπνος δεν με έπαιρνε. Κάτι βασάνιζε το μυαλό μου.

-Παππού, φώναξα.

-Τι είναι αγόρι μου, απάντησε από το κρεβάτι. Εκεί ήταν συνέχεια.

-Κάτι έχουμε ξεχάσει. Αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ τι…

-Λαμπάδα έφερες;

-Έφερα. Μου την έκανε δώρο ο νονός.

-Αυγά;

-Να, αυτό είναι. Πότε θα βάψουμε αυγά; Γιαγιάαααα!

istoria

Γιαγιά Καίτη:
Ήξερα ότι του άρεσε να βάφουμε μαζί τα αυγά κι αυτός να τα γυαλίζει. Δεν έβαζα γυαλιστικό, αλλά λαδάκι αληθινό σε ένα πανάκι και με αυτό έτριβε απαλά όλα τα αυγά που άστραφταν.

-Ξέρεις, αν δεν έρθει το καράβι έχουμε μόνο πέντε-έξι αυγά. Είχα παραγγείλει στο μεγάλο νησί, αλλά… Κότα εδώ έχουμε μία, κι αυτή γριά.

-Δεν πειράζει γιαγιά. Θα βάψουμε αυτά!

-Μα υπάρχει κι ένα άλλο πρόβλημα. Αν δεν έρθει το καράβι...

-Σσς, έκανε η μαμά, που προσπαθούσε να κοιμηθεί.
-…δεν έχουμε ούτε μπογιά! είπε ψιθυριστά.

-Τι; Πετάχτηκα από το κρεβάτι μου, κι άρχισα να χοροπηδώ και να φωνάζω: Γίνεται Πάσχα χωρίς κόκκινα αυγά…

Κωνσταντίνος:
Kαι φυσικά Πάσχα χωρίς κόκκινα αυγά δεν γίνεται. Mία θλίψη σκέπασε το πρόσωπό μου. Τα μάτια βούρκωσαν… Η μαμά όμως κοιμόταν και δεν έπρεπε να την τρομάξω. Σίγουρα θα αναστατωνόταν αν με έβλεπε να κλαίω. Έπρεπε να σκεφτώ κάτι και γρήγορα. ΠΑΣΧΑ ΧΩΡΙΣ ΚΟΚΚΙΝΑ ΑΥΓΑ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ, φώναξα από μέσα μου. Τότε πήρα μία μεγάλη απόφαση.

– Γιαγιά, πόσα αυγά έχουμε;
– Πέντε αυγά, αγάπη μου, γιαγιά; είπε η γιαγιά.
– Γιαγιά, φτάνουν να κάνουμε μπισκότα; Ξέρεις γιαγιά εκείνα τα πασχαλινά, τα νόστιμα που κάνεις!
– Αχ! πουλάκι μου… να δω τη συνταγή. Αλλά πες μου, αλήθεια, τι σκέφτεσαι;
– Σκέφτομαι, γιαγιά, να κάνουμε «Μπισκοτοαυγουλάκια»!
– «Μπισκοτοαυγουλάκια; Τι είναι αυτά;
– Θα κάνεις, γιαγιά, τη ζύμη και εγώ θα πλάσω τα κουλουράκια σε σχήμα αυγού. Θα τα ψήσουμε και τσουπ.. Να τα τα «Μπισκοτοαυγουλάκια μου!»

Η γιαγιά έμεινε για λίγο σιωπηλή. Έψαξε τη συνταγή.

– Ναι, αγόρι μου, η συνταγή θέλει μόνο 5 αυγά. Οπότε είμαστε έτοιμοι. Μόνο που θέλω τη βοήθειά σου…
– Ναι, γιαγιάκα… είμαι έτοιμος!

Η μαμά κοιμόταν. Ο παππούς ροχάλιζε τόσο δυνατά που η εκπνοή κουνούσε τα χείλη του.

Ήμασταν έτοιμοι με τη γιαγιά να ξεκινήσουμε. Σε μεγάλη λεκάνη βάλαμε όλα τα υλικά: αλεύρι, γάλα, ζάχαρη, bakin powder, ξύσμα πορτοκαλιού και φυσικά τα αυγά… Έγινε μία τέλεια στρόγγυλη ζύμη αλλά ήταν κίτρινη.

– Γιαγιά, το κίτρινο πώς θα γίνει κόκκινο; Τα μπισκοτοαυγά πρέπει να είναι κόκκινα όχι κίτρινα! Τι μπορούμε να κάνουμε;
– Αγόρι μου, έχω μία ιδέα. Αν ρίξουμε λίγο χυμό φράουλας μέσα, αμέσως θα πάρει το ζυμάρι κόκκινο χρώμα!

Αμέσως, άλεσε η γιαγιά φράουλες και έριξε τον σουρωμένο χυμό μέσα στο ζυμάρι. Έγινε μία κατακόκκινη ζύμη, με άρωμα φράουλας.

Με τα χέρια πλάσαμε μικρά μπαλάκια και τους δώσαμε το σχήμα αυγού. Τα βάλαμε στον φούρνο και όλο το σπίτι μύρισε από θεσπέσιο άρωμα. Μόλις ήταν έτοιμα, τα βγάλαμε από τον φούρνο και τα τοποθετήσαμε προσεκτικά σε μία ωραία πιατέλα.

– Γιαγιά, είναι πανέμορφα τα «Μπισκοτοαυγά μου». Κόκκινα-κόκκινα όπως τα κόκκινα αυγά του Πάσχα. Αυτά γιαγιά να τα πάρουμε στην εκκλησία να τα μοιράσουμε στους πιστούς και όλοι μαζί μετά τη Θεία Κοινωνία να τα φάμε.
– Αγόρι μου, είχες τέλεια ιδέα. Ξύπνα τη μαμά και τον παππού. Ήρθε η ώρα να πάμε στην εκκλησία.

Πήγα σιγά σιγά και με ένα γλυκό φιλί, ξύπνησα τη μαμά και τον παππού… Ενθουσιάστηκαν για τα «Μπισκοτοαυγά μου». Είχαν γίνει τέλεια!

Με χαρά και ανυπομονησία πήγα στην εκκλησία και μαζί με τη γιαγιά μου προσπάθησα να συμμετάσχω και εγώ στην ψαλμωδία.

Ήμουν τόσο χαρούμενος! Για άλλη μία φορά θα περάσουμε Πάσχα με κόκκινα «Μπισκοτογλυκά»!

image_pdfΕκτύπωσε!