Το πρώτο Πάσχα της ζωής μου

Των Κάρμεν Ρουγγέρη και Χριστίνας Κουλουμπή

istoria


Μεγάλο Σάββατο!

Δειλινό! Λίγες ώρες πριν την Ανάσταση. Μπροστά στο αναμμένο τζάκι εγώ, ο Λάκι, ο μαυρόασπρος κυνηγετικός σκύλος, μισοκοιμάμαι ξαπλωμένος, αμέριμνος και νωχελικός.

-Γαααβ… ωραία που περνάω!
Τα δύο κοριτσάκια της οικογένειας παίζουν επιτραπέζιο. Η μαμά μαγειρεύει τη μαγειρίτσα και ο κύριος του σπιτιού ετοιμάζει τη σούβλα για το επόμενο πρωί.

Οι μυρωδιές που έρχονται από την κουζίνα μού χαϊδεύουν τα ρουθούνια. Νιώθω ότι τα μάτια μου κλείνουν και είμαι έτοιμος να κοιμηθώ… η ευτυχία μου δεν περιγράφεται!

Τότε…

Κάτι σαν όνειρο έρχεται να μου θυμίσει το πρώτο Πάσχα της ζωής μου, που, για να πω την αλήθεια, δεν ήταν και το καλύτερο. Φέρνω στο νου μου τις μυρωδιές που πλημμύριζαν το σπίτι μας εκείνη την ημέρα, ίδιες ήταν κι αυτές.

Βέβαια δεν είχα δοκιμάσει ακόμα την ομορφιά που δίνει στη γεύση ένα κόκαλο από σουβλιστό αρνάκι ή κατσικάκι γιατί, όπως καταλαβαίνετε, τρεφόμουν ακόμα με το γάλα της μανούλας μου. Πάντως, η περιέργειά μου ήταν μεγάλη και, αν θυμάμαι καλά, ζήλευα κιόλας τη μητέρα μου, που πάντα ροκάνιζε με ευχαρίστηση τα κόκαλα που έμεναν στο πιάτο ύστερα από κάθε γεύμα ή δείπνο της οικογένειας.

Ευχόμουν να κυλήσει έτσι η ζωή μου και να μην αλλάξει τίποτα από αυτήν τη σκυλίσια μου ζωή. Τότε δεν το ’ξερα, τώρα το ξέρω καλά, πως όταν κάνεις όνειρα και προγραμματίζεις κάτι, ο Θεός που είναι εκεί ψηλά γελάει. Θυμάμαι πολύ αυτά τα λόγια, τα έλεγε το αφεντικό μου και, για να πω την αλήθεια, τότε δεν τα καταλάβαινα, τώρα το καταλαβαίνω πολύ καλά.

Γιατί τα λέω αυτά, εξηγώ.

Είχαμε μείνει στο ότι… Ήταν το πρώτο Πάσχα της ζωής μου και αισθανόμουν πολύ ευτυχισμένος. Όμως, ένα αναπάντεχο γεγονός εκείνη την ημέρα αναποδογύρισε την ευτυχία μου.

Ήταν έντεκα το πρωί, ανήμερα του Πάσχα, ακόμα έχω στα αυτιά μου το χτύπημα της πόρτας και ανατριχιάζω…. Δυστυχία μου…. Δύο ξέφρενα αγοράκια εισέβαλαν στο σπίτι μας μαζί με τους γονείς τους.

Φιλιά, αγκαλιές των μεγάλων.

Φασαρία, πολλή φασαρία από τους τέσσερις μικρούς που ένωσαν τις καταστροφικές δραστηριότητες γκρεμίζοντας την ηρεμία μου και προκαλώντας μου έναν αβάσταχτο πονοκέφαλο.

Αμέσως οι δύο άντρες καταπιάστηκαν με τη σούβλα, ενώ οι μαμάδες άρχισαν να κόβουν τις σαλάτες στην κουζίνα. Λίγο πιο πέρα τα τέσσερα παιδιά, ξεφωνίζοντας, παίζανε ό,τι παιχνίδι τους κατέβαινε.

Εγώ έτρεξα να κρυφτώ στο σπιτάκι μου μέσα στην αγκαλιά της μαμάς μου, από εκεί δεν τους άκουγα, αλλά μπορούσα να τους βλέπω. Έτσι, κάποια στιγμή είδα ότι οι δύο κύριοι κάθισαν κάτω από ένα δέντρο και άρχισαν να ξεφυλλίζουν ένα περιοδικό.

Κοίταξα καλύτερα και είδα πως το περιοδικό αυτό ήταν τα «ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΑ ΝΕΑ», που συνήθιζε να το αγοράζει το αφεντικό μου κάθε μήνα.

istoria

Ξαφνικά άκουσα να με φωνάζουν:

Λάκι, Λάκι… έλα να σου γνωρίσω τον κύριο Κώστα.

Ήταν η φωνή του αφεντικού μου. Τι να κάνω και εγώ, έτρεξα κοντά του κουνώντας την ούρα μου από ευγένεια για να δείξω ότι δεν μου είχαν χαλάσει την ηρεμία γιατί, για να πω την αλήθεια, δεν είχα καμιά όρεξη να γνωρίσω τον κύριο Κώστα.
-Αυτός είναι ο Λάκι, λοιπόν… είπε τότε ο κύριος Κώστας χαϊδεύοντας το κεφάλι μου.

Υστέρα με σήκωσε ψηλά και άρχισε να με περιεργάζεται

-Φαίνεται πολύ δυνατός, είπε στο τέλος.
-Δυνατός και έξυπνος, απάντησε το αφεντικό μου.
-Καθαρόαιμο κυνηγόσκυλο, είπε πάλι ο κύριος Κώστας.
-Και αν κρίνω από τη μάνα του, θα είναι πιστό, πολύ πιστό σκυλί, πρόσθεσε το αφεντικό.

Ως εδώ μου άρεσαν πολύ αυτά που έλεγαν γιατί, όπως καταλαβαίνετε, με κολάκευαν. Σε ποιον, άλλωστε, δεν αρέσουν οι κολακείες!

Έτσι, κάθισα στα πόδια τους και αποκοιμήθηκα. Ξύπνησα λίγες ώρες αργότερα μέσα σε ένα αυτοκίνητο όπου οδηγούσε ο κύριος Κώστας, δίπλα καθόταν οι γυναίκα του κι εγώ ήμουν σφηνωμένος ανάμεσα στα δύο άτακτα παιδιά του.

istoria

Θύμωσα!
Στεναχωρήθηκα!
Πείσμωσα!
Αναρωτήθηκα!
-Αραγε με είχαν πουλήσει ή με είχαν χαρίσει; Τι τους είχα κάνει και μου χάλασαν την ευτυχία;

Επιστράτευσα τη λογική μου και κάποια στιγμή ηρέμησα και άρχισα να σκέφτομαι πώς θα μπορούσα να το σκάσω και να γυρίσω πίσω.

Άρχισα τότε να καταστρώνω ένα σχέδιο...

Το καινούριο σπίτι ήταν περιφραγμένο γύρω γύρω, δεν ήταν όπως το παλιό μου σπίτι όπου καθόμουν στην αυλή και έβλεπα την πόλη με τις ώρες. Ήθελα να φύγω αλλά ήταν πολύ δύσκολο. Εξάλλου, στο καινούριο μου σπίτι μου φέρονταν εξαιρετικά και δεν ήθελα να τους αναστατώσω, εάν έφευγα, αλλά δεν μπορούσα να κάθομαι εκεί, ήθελα να πάω να παίξω με τα κορίτσια, τις παλιές μου φίλες.
-Λάκι, έλα να φας! ακούστηκε η ψιλή φωνή της μητέρας από την κουζίνα.
Εκείνη την ώρα, εγώ δεν είχα καθόλου όρεξη, σκεφτόμουν τρόπο να φύγω, αλλά έφαγα λίγο και ξαναεπέστρεψα στην άκρη της αυλής.
-Ωπ, αυτή η πόρτα πού να οδηγεί άραγε;
Πήγα εκεί, αλλά ήταν κλειδωμένη.
-Κάτι πρέπει να βρω να την ξεκλειδώσω. Πήγα στην άλλη άκρη της αυλής, μήπως είχε ο πατέρας στα εργαλεία κάτι που θα με βοηθούσε. Έψαξα και δεν βρήκα τίποτα. Ήταν μεσημέρι και όλοι είχαν πάει να ξαπλώσουν γιατί το απόγευμα ήθελαν να με βγάλουν βόλτα. Τουλάχιστον έτσι είχα ακούσει εγώ. Έπρεπε να βιαστώ, σε λίγο θα ξυπνούσε ο πατέρας να πιεί τον απογευματινό του καφέ. Αφού δεν βρήκα τίποτα επέστρεψα στην πόρτα και προσπάθησα να την ανοίξω με τα δόντια μου. Άνοιξε τόσο εύκολα σαν να ήταν ειδική κλειδαριά για σκύλους. Ήμουν τόσο χαρούμενος που βγήκα επιτέλους από εκείνο το σπίτι αλλά δεν γάβγισα να μη με ακούσουν.
-Εκείνος ο δρόμος ήταν πολύ στενός. Προχώρησα λίγο, πολύ αργά γιατί ο μικρός αυτός δρόμος ήταν πολύ τρομακτικός. Πέρασα από μια παιδική χαρά, η οποία δεν μου θύμιζε κάτι.
Έπρεπε να βρω το παλιό μου σπίτι! Το μόνο που θυμάμαι είναι πως η απόσταση στα δυο σπίτια δεν ήταν πολύ μεγάλη!
Το πάρκο που πέρασα τώρα μου είναι γνωστό αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ γιατί.
-Μα ναι, το πάρκο αυτό έχει αποτυπωθεί στο μυαλό μου αφού εδώ είναι το αγαπημένο πάρκο των κοριτσιών της παλιάς μου οικογένειας!
Ωραία, άρα κάπου εδώ κοντά είναι και το παλιό μου σπίτι!
-Ρίχνω μια ματιά γύρω μου και τι να δω;
Το παλιό μου αφεντικό. Θα τον ακολουθήσω και θα πάω σπίτι.
Μετά από λίγη ώρα, το αφεντικό μου μπήκε σπίτι. Εγώ μπήκα από την αυλή, αφού ο φράκτης ήταν πολύ χαμηλός. Πήγα κοντά στο παράθυρο και είδα τα δυο κορίτσια να κάθονται και να παίζουν στενοχωρημένα, μάλλον επειδή δεν ήμουν εγώ μαζί τους. Μόλις με είδαν «άνοιξε» η καρδιά τους. Άνοιξαν το παράθυρο και με αγκάλιασαν με όλη τους τη δύναμη.
Χάρηκα πολύ!
Μόλις με είδαν οι γονείς ξαφνιαστήκαν, αλλά χάρηκαν. Αμέσως μίλησαν με τους φίλους τους και κατάλαβαν τι είχε γίνει.
Ευτυχώς, δεν με επέστρεψαν σε εκείνο το σπίτι, αφού έβλεπαν πόσο ωραία περνούσα με τα κορίτσια. Πάντα όμως θα θυμάμαι αυτό το Πάσχα που δεν είχα περάσει καθόλου ωραία.
Τώρα όμως όλα είναι τέλεια!

image_pdfΕκτύπωσε!