Τα χριστουγεννιάτικα κουλουράκια

Της Μαρίας Ε. Μωραΐτου

istoria

Οι νιφάδες γεμίζουν το πεζοδρόμιο του Περικλή με λευκά βουναλάκια. Μοιάζουν με σύννεφα συναρμολογούμεννα από άσπρα κομματάκια παζλ που ακούν στο όνομα χιόνι. Το χιόνι των Χριστουγέννων.

Ο Περικλής, σε περίπτωση που αναρωτιέστε, είναι ο σκύλος του κύριου Μάκη απέναντι. Αναφέρομαι στο πεζοδρόμιο ως δικό του, γιατί το έχει διεκδικήσει χρόνια τώρα ως προσωπική του ιδιοκτησία. Είναι ο μόνος σκύλος της γειτονιάς και το διασχίζει καθημερινά, βλέπετε.

Το χιόνι καλύπτει λίγο λίγο το πεζοδρόμιο και μαζί με αυτό και το σπίτι της μικρής Άννας, η οποία κοιμάται από νωρίς και, βυθισμένη σε όνειρα ανυπόμονα, περιμένει να έρθει το ξημέρωμα. Σε λίγο θα είναι εδώ η μέρα των Χριστουγέννων.

Η μικρή Άννα και ο Περικλής είναι φίλοι. Συχνά, όταν δεν κόβει βόλτες στο πεζοδρόμιο, τρυπώνει κρυφά από το παράθυρο της κουζίνας του σπιτιού της, και τρέχει γρήγορα να βρει την Άννα. Αυτή του προσφέρει λιχουδιές, και αυτός χαρά.

Και οι δύο τους περιμένουν κάθε χρόνο τα Χριστούγεννα με μεγάλη ανυπομονησία. Ξέρουν ότι, τη μια αυτή μέρα του χρόνου, μπορούν να κάνουν μια ευχή. Μια ευχή που ό,τι και να γίνει θα πραγματοποιηθεί. Το μόνο που έχουν να κάνουν είναι να τη γράψουν σε ένα μικρό χαρτάκι και να την αφήσουν κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Ο Περικλής, φυσικά, δεν μπορεί να γράψει τη δικιά του, οπότε ως καλή φίλη την έγραψε η Άννα γι’ αυτόν.

Η ευχή του Περικλή ήταν μυστικό. Σχεδόν την ψιθύρισε στο χαρτάκι στο οποίο έγραφε η Άννα. Ούτε η ίδια δεν ήξερε τι ήταν. Η ευχή της Άννας δεν ήταν ωστόσο μυστικό, αλλά ήταν ιδιαίτερα ξεχωριστή για την ίδια.

Μέρες πριν, όσο το σπίτι της ακόμα στολιζόταν στα χρώματα των Χριστουγέννων, πρόσεξε ότι κάτι έλειπε. Όλα τα στολίδια του δέντρου ήταν στη θέση τους και τα χιλιάδες χρωματιστά λαμπιόνια είχαν κουκουλώσει το σπίτι. Ωστόσο, κάτι έλειπε και πάλι.

Η μυρωδιά των Χριστουγέννων! Αυτή έλειπε!

istoria

Κάθε χρόνο, μια μέρα πριν από τα Χριστούγεννα, η γιαγιά της μικρής Άννας έψηνε κουλουράκια για όλα τα σπίτια της γειτονιάς. Το ζύμωμα ξεκίναγε νωρίς το πρωί και η τελευταία παρτίδα έβγαινε από τον φούρνο λίγο πριν η μικρή Άννα πει «καληνύχτα» στη γιαγιά της. Έτσι, η μυρωδιά από τα κουλουράκια ήταν το τελευταίο πράγμα που μύριζε πριν κοιμηθεί.

Φέτος, η μυρωδιά έλειπε. Οπότε η μικρή Άννα πήρε την κατάσταση στα χέρια της κι έγραψε με μεγάλα γράμματα σ’ ένα μικρό άσπρο χαρτί την ευχή της.

«Αγαπημένε μου Άγιε Βασίλη, γεια σου. Ελπίζω να είσαι καλά. Το ξέρω ότι είναι τελευταία στιγμή, αλλά αυτό που θα ήθελα πιο πολύ απ’ όλα είναι να γεμίσει το σπίτι με τη μυρωδιά από τα κουλουράκια της γιαγιάς μου. Η ίδια δεν μπόρεσε να τα φτιάξει φέτος, γιατί έχει πάει εκδρομή με τα ΚΑΠΗ και την κυρα- Τασία, τη γυναίκα του κυρίου Μάκη απέναντι, στο Λουτράκι. Κάνε ό,τι μπορείς.»
Η μικρή Άννα.

 

Ένας δυνατός κρότος ακούστηκε ξαφνικά μέσα στη νύχτα. Λες και χιλιάδες αυγά έσπασαν μονομιάς. Ο Περικλής, που έκοβε βόλτες στο πεζοδρόμιο, πετάχτηκε από την τρομάρα του και άρχισε να ψάχνει από πού προήλθε η μεγάλη αυτή φασαρία. Καπνός άρχισε να βγαίνει από το σπίτι της μικρής Άννας, ενώ η ατμόσφαιρα άρχισε να μυρίζει αλεύρι, πορτοκάλι και βανίλια. Τα φώτα της κουζίνας ήταν ανοιχτά. Παραξενεμένος και μεθυσμένος από τις μυρωδιές, άρχισε να τρέχει προς το σπίτι. Ίσως το παράθυρο της κουζίνας να είναι ανοιχτό, σκέφτηκε.

Η μικρή Άννα ξύπνησε και αυτή από τη φασαρία. «Έρχεται από την κουζίνα», ψιθύρισε. Γρήγορα φόρεσε τις παντόφλες της και κατευθύνθηκε προς τη σκάλα.

Κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο ήταν τα δύο μικρά χαρτάκια με τις ευχές του Περικλή και της Μικρής Άννας. Ο αέρας από το ανοιχτό παράθυρο της κουζίνας τα αναποδογύρισε, με αποτέλεσμα η ευχή του Περικλή να αποκαλυφθεί.

«Αγαπημένε μου Άγιε Βασίλη, Γουφ! Για φέτος θα ήθελα να δω την Άννα να χαμογελά, Γουφ. Ευχαριστώ, Γουφ!»
Περικλής.

istoria

Ζτουπ! Ωχ, το κεφάλι μου, γάβγισε ο Περικλής. Ανοίγοντας την πόρτα της κουζίνας, η μικρή Άννα έπεσε πάνω στον Περικλή, με αποτέλεσμα να βρεθούν και οι δυο στο πάτωμα. Σηκώνοντας το κεφάλι της, η Άννα δεν πίστευε αυτό που έβλεπε. «Μα πώς….

Η Χαρά αναρωτήθηκε μήπως ο κακόβουλος μάγος δεν είχε νιώσει ποτέ του χαρούμενος για κάποιο λόγο και γι’αυτό ήθελε να μην γιορτάζει ο κόσμος. Γι’αυτό,ίσως,να ήθελε την δυστυχία παντού. Η καρδιά του είχε σκληρύνει. Ίσως,να μην του είχε μάθει ποτέ κανείς πόσο όμορφα είναι να μοιράζεσαι! Ξαφνικά η Ειρήνη σκέφτηκε κάτι. -Τί λέτε, παιδιά, αν του δίναμε μια δεύτερη ευκαιρία; -Τί να κάνουμε,δηλαδή; ρώτησε ο Άρης. -Να τον καλέσουμε τα Χριστούγεννα στο σπίτι μας! Να φάμε μαζί την γαλοπούλα που θα έχει ετοιμάσει η μαμά, να τραγουδήσουμε Χριστουγεννιάτικα τραγούδια και να ανταλλάξουμε τα δώρα μας παρέα, είπε η Ειρήνη. Ωραία ιδέα! αναφώνησαν όλοι μαζί. Και συμφώνησαν ότι αν η καρδιά του γέμιζε με αγάπη και ζεστασιά, θα άλλαζε για πάντα. Την άλλη μέρα, κιόλας, του έστειλαν πρόσκληση όπου ήταν καλεσμένος στο σπίτι του Άρη για τα Χριστούγεννα. Εκεί θα ήταν κι άλλοι καλεσμένοι, όπως κι ο δήμαρχος με την οικογένειά του. Τα παιδιά ήταν πολύ ενθουσιασμένα με αυτήν την απόφασή τους! Πέρασαν οι μέρες και τα Χριστούγεννα ήρθαν! Παρόλο,που τίποτα δεν είχε στολιστεί στην πόλη και τίποτα δεν θύμιζε γιορτές τα παιδιά είχαν μέσα τους την λάμψη των Χριστουγέννων! Πίστευαν, πραγματικά, ότι κι ο πιο κακός άνθρωπος θα μπορούσε να γίνει καλός, αν κάποιος του προσέφερε λίγη θαλπωρή κι αγάπη! Όλοι φορούσαν τα καλά τους ρούχα και είχαν μαζευτεί στο σπίτι περιμένοντας με αγωνία τον μάγο να έρθει. Η ώρα περνούσε και δεν είχε εμφανιστεί ακόμη. Ο Γιώργος πήγε κοντά στο παράθυρο ελπίζοντας να τον δει να έρχεται. -Νάτος! φωνάζει ξαφνικά. Ήρθε! Όλοι άρχισαν να αγκαλιάζουν ο ένας τον άλλο με χαρά. Ο μάγος μπήκε στο σπίτι αγέλαστος και με πολύ αμηχανία. Τον υποδέχτηκαν χαρούμενοι και τον οδήγησαν στο τραπέζι με την γαλοπούλα. Έφαγαν, χόρτασαν κι έπειτα κάθισαν μπροστά στο τζάκι κι άρχισαν να λένε τραγούδια των Χριστουγέννων. Ο μάγος άρχισε να νιώθει ολοένα και πιο όμορφα. Η καρδιά του άρχισε να μαλακώνει. Ξαφνικά,άρχισε να κλαίει τόσο δυνατά που όλοι σταμάτησαν να τραγουδούν! -Τί σου συμβαίνει μάγε; τον ρώτησε ο Άρης. -Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που κάποιοι με καλούν στο σπίτι τους να γιορτάσουμε μαζί! Πάντοτε αυτές τις μέρες των Χριστουγέννων τις περνούσα μόνος! Μέχρι που αποφάσισα να μην ξανανιώσω αυτόν τον πόνο! Μίσησα τα Χριστούγεννα και τις γιορτές και τις δίπλες και τα μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες και τα στολίδια! Δεν ήθελα να βλέπω χαρούμενους ανθρώπους, γιατί τους ζήλευα! Ο μάγος έκλαιγε με αναφιλητά. -Δεν χρειάζεται να ζεις σε αυτό το σκοτάδι, μάγε!, του είπε η Ελπίδα και συνέχισε -Τώρα πια έχεις ανθρώπους να σε νοιάζονται! Όλοι μαζί του έδωσαν μια μεγάλη αγκαλιά κι εκείνος σταμάτησε να κλαίει. Τώρα πια ο μάγος όχι μόνο δεν ήθελε να πάρει την θέση του δήμαρχου, αλλά αποφάσισε να πάρει πίσω τα μαγικά που είχε κάνει στην πόλη και να την μεταμορφώσει σε στολισμένη και γεμάτη φωτάκια πολύχρωμα που αναβόσβηναν παντού! -Πρώτη φορά νιώθω τόσο χαρούμενος! είπε ο μάγος. Και δεν το αλλάζω με τίποτα αυτό! Φέτος θα γιορτάσουμε τα καλύτερα Χριστούγεννα! Σήμερα πήρα το καλύτερο δώρο που θα μπορούσα να έχω ποτέ! Το δώρο της αγάπης! Κι εγώ θα σας το ανταποδώσω κάνοντας καλά τη γιαγιά! Τα παιδιά κι όλοι ήταν χαρούμενοι!

image_pdfΕκτύπωσε!